Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Αντί ψήφου

Η Ελλάδα, ο τόπος που με μεγάλωσε και με όρισε εν πολλοίς, ψηφίζει σήμερα «Ναι» ή «Όχι» σε ένα θολό δημοψήφισμα και η απόφαση της μπορεί να κρίνει πολλά πρακτικά ζητήματα για το μέλλον της. Πέρα και πάνω από τα πρακτικά, ωστόσο, η σημερινή ψήφος έχει –στα δικά μου μάτια– μεγάλη ηθική και συμβολική βαρύτητα.
Και μιας και η απουσία μου (και η τραγική νομοθεσία για πολίτες εκτός χώρας) δεν μου επιτρέπουν να εκφραστώ μ’ένα ψηφοδέλτιο κι ένα στυλό, βρίσκομαι να αναζητώ απαντήσεις με μουσικές, αναγνώσεις και γραφές.
Κι εμπνεύσεις:

«Και να, τι δε μπορώ να ανεχτώ
Μεσ’την Αθήνα, μέσα στην πόλη του Σωκράτη
Ζώσαν με φόβο έναν άνθρωπο
Τον εγκλωβίσανε με οθόνες, τον απειλήσανε
Να το λοιπόν γιατί δε καταδέχομαι
Να χαμηλώσω το κεφάλι στις φοβέρες των σκιών
Θα πείτε, οι σκιές τους είναι θεόρατες
κι εσείς όλοι, οι φοβισμένοι, τόσο δα αναστήματα 
Ε, το λοιπόν, όποιες κι όσες κι αν είναι οι σκιές,
Εγώ στα μάτια τις κοιτάζω
Για μένα, το λοιπόν, το πιο τρομακτικό,
πιο απειλητικό, πιο ζοφερό και πιο μοιραίο
Είναι ένας φοβισμένος που δειλιάζει 
Είναι ένας οργισμένος που σιωπά
Είναι ένας τρομαγμένος που πισωπατά
Είναι ένας ανήσυχος που τα παρατά»


Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ. Παραφράζεις τα λόγια ενός σπουδαίου και τέλος. 
Νομίζω, άλλωστε, ότι όσοι έχουν το οποιοδήποτε ενδιαφέρον για αυτά που θα γράψω παρακάτω, τα έχουν καταλάβει ήδη μέσω της παραπάνω διασκευής. Όσους, αντιθέτως, στην παραλλαγή του αλυσοδεμένου ανθρώπου δεν αναγνωρίζουν καμία ουσιαστική σύνδεση με το παρόν του λαού μας και καμία αναγωγή στο σήμερα, παρά μόνο άκρατο λυρισμό και ανούσιο ρομαντισμό, δε νομίζω να τους αγγίξω πιο κάτω.

Δε θα σταματήσω, όμως, γιατί νιώθω ότι το διακύβευμα σήμερα είναι, εκτός από πρακτικό ή ηθικό ή συμβολικό, και βαθιά προσωπικό. Τόσο για εμένα, όσο και για τον καθένα.
Θα επανέλθω σε αυτό μετά από μία παρένθεση υπενθύμισης.

Μέσα στην εβδομάδα διάβασα, σκέφτηκα και μίλησα πολύ για το σημερινό δημοψήφισμα. Και έγραψα. Κι εστίασα αρχικά σε δύο πράγματα:
α) τη συνειδητή ψήφο, όποια κι αν είναι αυτή, την ψήφο δηλαδή που θα βασίζεται σε μία διαδικασία σκέψης, ενημέρωσης και επιλογής και
β) τη διατήρηση της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς προς τον διπλανό μας, κυρίως αν την έχει ανάγκη, ακόμη κι αν διαφωνεί με εμάς.
Είπα επίσης ότι βρίσκω επιχειρήματα και στις δύο μεριές, και ότι βλέπω πολλούς ανθρώπους που σέβομαι και εκτιμώ και στις δύο μεριές. 

Κλείνει η παρένθεση κι επανέρχομαι στο σήμερα, οπότε και γράφω για αυτό που ψηφίζω (νοητά). Και γράφω προσωπικά και συναισθηματικά. Οπότε αν η λογική είναι μονόδρομος επιλογής για σένα, μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις.
 
Αισθάνομαι ότι η ψήφος μου έχει καθοριστεί μέσα σε ένα φάσμα ετών, που εκτείνονται πολύ πιο πίσω από τη σημερινή Κυριακή. Για να αποφύγω την παρατεταμένη περιγραφή, ο καθορισμός της σημερινής μου στάσης είναι προϊόν όλης της πορείας συνειδητοποίησης ότι ο τόπος μου, κι ο κόσμος μας, χωρίζεται στους έχοντες πρόσβαση στους μηχανισμούς εξουσίας και στα οφέλη αυτών, και στους μη έχοντες. Τόσο απλά. Αυτός είναι και ο ουσιαστικός αντικατοπτρισμός του σημερινού δημοψηφίσματος για μένα, δηλαδή ταξικός.

Αλλά αυτή είναι μία μεγάλη, σχεδόν φιλοσοφική, συζήτηση. Μένοντας στην πράξη, βλέπω εδώ και μέρες όλους τους εκπροσώπους των εχόντων (πολιτικές φατρίες, τραπεζίτες, media-άρχες, ολιγάρχες, κομματικούς στρατούς, ανθρώπους της διαπλοκής και της διαφθοράς είτε του δημοσίου είτε ιδιωτικού τομέα, ιεροκήρυκες του life-style) να επιδίδονται σε έναν ανηλεή αγώνα υπέρ του «Ναι». Τρέμουν στη διατάραξη της καθεστηκυίας τάξης. Σπέρνουν φόβο και συνεχίζουν να φωνασκούν για την ανάγκη να τους εμπιστευτούμε ως εγγυητές της σταθερότητας, της ασφάλειας και της ησυχίας μας.

Ε, το λοιπόν ρε γκαρντάσια, και ησυχία και ελευθερία μαζί δε πηγαίνουν. Το έλεγε κι ο Κορνήλιος. Με τη φάρα σας δε μοιράστηκα ποτέ τίποτα, ΤΙΠΟΤΑ. Και από το πάρτι που στήσατε για χρόνια δεν γεύτηκα ούτε ένα καναπεδάκι, δεν ήπια ούτε σφηνάκι και δεν άκουσα ούτε νότα. Και στο χορό σας δε προσπάθησα να μπω ποτέ. Και η αυτοκριτική μου είναι ότι κάθισα πολύ πιο ήσυχος απέναντί σας απ’ όσο θα έπρεπε.

Βλέπω φίλους με τους οποίους μοιράζομαι κοινές πορείες να ενδίδουν στο φόβο ή να συμφωνούν με την ιδεολογία των εχόντων. Απόλυτο δικαίωμα τους και σεβαστό. Η ελευθερία είναι δικαίωμα, όχι υποχρέωση.

Προσωπικά γελάω με τους φόβους που σπέρνουν οι έχοντες. Γελάω με την ασφάλεια και τη σταθερότητα που διατυμπανίζετε. Είναι φόβος ότι εσείς θα χάσετε, εσείς δε θα είστε ασφαλείς, εσείς θα μάθετε τι θα πει αστάθεια. Καιρός είναι να διαλυθούν τα κάστρα και τα συννεφάκια σας.

Δεν ξέρω αν ένα ενδεχόμενο σημερινό «Όχι» θα είναι μία αρχή για κάτι τέτοιο. Δεν έχω ουτοπικές φιλοδοξίες ότι η παγκόσμια επανάσταση κατά της ανισότητας θα ξεκινήσει σήμερα στο Σύνταγμα. Πολύ περισσότερο δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο θα ξεκινήσει με οδηγό τον Τσίπρα και το μπουλούκι του.

Α, μιας και το ξέχασα, γελάω και με τον Τσίπρα και το μπουλούκι του. Και φοβάμαι (ναι, έχω κι εγώ τους φόβους μου) ότι θα καταλήξει απλώς να μας φορτώσει ένα ελαφρύτερο μνημόνιο, «αριστερό». Απλώς του αναγνωρίζω ότι, σχεδόν άθελά του και με το φόβο της απώλειας αυτού που τόσα χρόνια κυνηγούσε, έδωσε βήμα στο λαό: αυτό που τόσο τρέμουν οι έχοντες. Γι’αυτό και ό,τι προκύψει από ένα ενδεχόμενο «Όχι» δεν θα είναι προϊόν του Σύριζα και ούτε πρέπει να γίνει αντικείμενο διαχείρισης από το Σύριζα. Το «Όχι» δεν είναι μονοκοπανιά (που λένε στο χωριό μου), μια κι έξω, one-off
(που λένε οι Άγγλοι). Είναι η αρχή μιας πορείας προς την αλλαγή των δυναμικών μεταξύ εχόντων και η εχόντων. Ξέρω, ουτοπικό. Ε, δεν πειράζει. Ένας άνθρωπος που θαυμάζω συνηθίζει να λέει «κυνηγώντας την ουτοπία κάνεις βήματα μπροστά», κι αυτό με καλύπτει. 

Κι αν η ρήξη είναι καθολική? Κι αν αλλάξουμε νόμισμα, ήπειρο, πλανήτη, γαλαξία?
Γελάω και με αυτά μάγκες. Κι αισθάνομαι ότι μαζί μου γελάει κι όποιος άνθρωπος έχει δουλέψει έστω και 1 γαμημένο χειρωνακτικό 8ωρο στη ζωή του. Και πάλι, τόσο απλά.

Για να κλείσω έναν προσωπικό λόγο με μία προσωπική ιστορία:
Δε θα ξεχάσω ποτέ μια κουβέντα από έναν πρώην συνάδελφο και (όχι πρώην) φίλο, το Γιώργο: «Αυτό που δε χωράει στο μυαλό μου», είχε πει, «είναι πως γίνεται κάποιος να δουλεύει 8 ώρες τη μέρα, 5 ή και 6 μέρες την εβδομάδα, και να μη μπορεί να ζήσει».
Εγώ δεν είχα να του απαντήσω κάτι. Ελπίζω κάποιος από του υπερασπιστές της υπάρχουσας κατάστασης «πάση θυσία» να έχει μία απάντηση.


Αυτά γκαρντάσια, η φάση είναι 
«πάμε και βλέπουμε». Ε, πάμε λοιπόν.


Ίτυλος


Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Κι όμως, γίνεται

"..ναι το έκανες γιατί τότε ήσουν καψούρ..ήσουν ερωτευμένος..", ακούστηκε η φωνή από την οθόνη. Είχε προλάβει να διορθώσει το λάθος της, αλλά δε γλίτωσε το
ημι-δολοφονικό βλέμμα.
"Ξέρω τι πήγες να πεις!"
"Μα δε το είπα..!"
"Το σκέφτηκες!"
"...έλα τώρα.."
"Δε λέω τίποτα. Το αφήνω. Θα λάβεις κατάλληλη απάντηση σύντομα."


   


   
   Δεν έχει πολλές μέρες που "γιορτάσαμε" τον Άγιο Βαλεντίνο, τον άγιο των ερωτευμένων ψυχών, των απλανών βλεμμάτων, της Lacta και των μικρών λούτρινων που κρατούν ένα τριαντάφυλλο ανάμεσα στα χερο-ποδαράκια τους. Όχι, όχι δεν ειρωνεύομαι, αλήθεια. Τον σέβομαι τον άγιο, το ίδιο και αυτούς που τον τιμούν. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι δεν τον γιόρτασα ποτέ. Ίσως γιατί δε με άγγιξε, ίσως γιατί δε το είχα ανάγκη, ίσως γιατί δε μπορούσα στην πράξη (ως γνωστόν, τα σταφύλια είναι ξινά για όποιον δε τα φτάνει). Ωστόσο, άλλο τόσο ποτέ δεν αμύνθηκα πίσω από επιχειρήματα του τύπου "οι ερωτευμένοι γιορτάζουν κάθε μέρα, όχι μια φορά το χρόνο", ποτέ δε παραβρέθηκα σε "shoot the valentine" πάρτι, ποτέ δεν έκρινα μια τούρτα καρδιάς, ποτέ...μπήκατε στο νόημα. Το εισαγωγικά στη λέξη -γιορτάσαμε- δεν έχουν, λοιπόν, ούτε ειρωνικό ούτε εμπαικτικό νόημα. Σχολιάζουν, μα δεν χλευάζουν. Tο σχόλιο είναι απλό και κατά βάση απόρροια μιας αυτοαναφορικής ερώτησης: κατά πόσο εμείς οι Έλληνες γιορτάζουμε τον έρωτα κάθε 14 του Φλεβάρη; Σκεφτείτε το. Όσο για μένα, που ήδη το έχω επεξεργαστεί, η απάντηση είναι απλή: όχι, δεν τον γιορτάζουμε. Γιατί, όμως; Τώρα τα πράγματα αρχίζουν να ζορίζουν. Για την οπτική που υιοθετώ, όμως, παραμένουν απλά. Δεν τον γιορτάζουμε γιατί δεν τον ζούμε.
   Οκ, αντιλαμβάνομαι και κατανοώ τις διαφωνίες σας. Κυρίως αυτών που διαφωνούν γνωστικά, ισχυριζόμενοι ότι δεν είναι δυνατόν να απέχει μια κοινωνία ανθρώπων από το πανάρχαιο και, έως ένα βαθμό, βιολογικό (άρα αναπόφευκτο) φαινόμενο του έρωτα. Όσο για αυτούς που διαφωνούν συναισθηματικά ("Μα εγώ είμαι ερωτευμένος με το μωρό μου!!!11!!1!"), συγγνώμη, αλλά δε μπορώ (ούτε θέλω) να κάνω κάτι. Πίσω στους γνωστικά διαφωνούντες: δεν ισχυρίζομαι ότι μία ολόκληρη κοινωνία απέχει από τον έρωτα. Θα ήταν αδύνατο άλλωστε. Αυτό που λέω είναι ότι μία κυρίαρχη ομάδα ατόμων μέσα σε αυτήν την κοινωνία έχει εδώ και χρόνια θέσει τις βάσεις για τη μετάλλαξη του έρωτα. Και είναι τέτοια η επιρροή της λόγω των ιδιοτήτων των μελών αυτής της ομάδας -διαμορφωτές καλλιτεχνικής κουλτούρας, εμφανιζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης, άνθρωποι από το χώρο του δημοφιλούς θεάματος- που η μεταλλαγμένη μορφή του έρωτα έχει γίνει, στα δικά μου μάτια, το κυρίαρχα διακινούμενο συναίσθημα, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από το αυθεντικό. Ναι, ο μέσος Έλληνας (αν τελικά υπάρχει κάτι τέτοιο, πράγμα που είναι άλλη κουβέντα) βιώνει σήμερα το πανάρχαιο συναίσθημα του έρωτα σε μία παραλλαγμένη του μορφή: την καψούρα.

   Νιώθω το ενδιαφέρον σας να αναζωογονείται και συνεχίζω. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα πως να αρχίσω μία "πραγματεία" περί καψούρας. Οπότε, και ακολουθώντας το επιστημονικό παράδειγμα, στράφηκα στην αναζήτηση βιβλιογραφίας. Μία σύντομη έρευνα έφερε στο φως διαμάντια. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, τις πιο αληθείς -κατ' εμέ- θέσεις περί καψούρας τις διάβασα στις πιο αναπάντεχες πηγές. Η καψούρα "περιέχει παραπανίσιο ιδρώτα, παραπανίσια νικοτίνη, βλάβη στο συκώτι από το ποτό και σαχλά τραγούδια" κατά τη Φρικηπαίδεια. Μία ρεαλιστική και συνάμα ποιητική περιγραφή της πραγματικότητας. Κορωνίδα αυτής ένα γκρουπάκι "καψούριδων" στο facebook. O έρωτας είναι ομορφιά αλλά η καψούρα αρρώστια. Εύγε στο δημιουργό, δε θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο. Προχωρώντας, η αντιμετώπιση της καψούρας ως "έναν παθιασμένο έρωτα χωρίς ανταπόκριση" δε με βρίσκει διαφωνούντα, όπως και, μεταφορικά, δε διαφωνώ με την ταύτισή της με "κάψιμο εγκεφαλικών κυττάρων". Θα μπορούσε να την πει κανείς και "καπρίτσιο", αλλά με χάνει όταν την αντιμετωπίζει ως αναπόσπαστο κομμάτι του έρωτα. Ο φιλόσοφος με κέρδισε με την "χαρμολύπη του απόλυτου και την ανασφάλεια του προσωρινού", μα δε με έπεισε στην πορεία.    
   Τί γίνεται, όμως, σε μία πιο σοβαρή (αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό) προσέγγιση του θέματος; Μία τέτοια προσπαθεί να κάνει ο φυσικοχημικός κ. Κιτσινέλης σε μία layperson's ανάλυση. Και πραγματικά μου καρφώνει μαχαίρι στην καρδιά. Πέρα από τη σωρεία ανακριβειών σχετικά με τη δράση των νευροδιαβιβαστών, όπως π.χ. η ισοπέδωση της ντοπαμίνης σε ουσία του εθισμού, τη χρήση ασμάτων για να εξηγηθούν οι βιοχημικές διαδικασίες (αλήθεια, αυτό είναι η "επικοινωνία της επιστήμης";) και τη μη-απάντηση στον μόνο άνθρωπο που του κάνει σοβαρό αντίλογο στα σχόλια, διαφωνούμε στο πιο ουσιώδες: και αυτός αντιμετωπίζει την καψούρα ως κομμάτι του έρωτα.
   Ήρθε η ώρα, νομίζω, να το πω ευθέως και χωρίς περιστροφές: η καψούρα δεν είναι ούτε αναπόσπαστο ούτε κατά περίσταση κομμάτι ή στάδιο του έρωτα. Είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από αυτόν. Διαφέρει από αυτόν τόσο στα συστατικά της στοιχεία όσο και στους τρόπους έκφρασης. Ερωτευμένος και καψούρης έχουν διαφορετικά "συμπτώματα", διαφορετική "κλινική εικόνα". Κι επειδή δεν έχω τρόπο να εξετάσω τους βιολογικούς ή ψυχολογικούς δείκτες των δύο καταστάσεων, θα μείνω σε αυτήν την εικόνα και βάσει αυτής θα τοποθετηθώ.
   Τι είναι η καψούρα; Είναι ένα συναίσθημα. Καλώς. Είναι, ωστόσο, μόνο ένα συναίσθημα; Εδώ εγώ λέω όχι. Αν ήταν μόνο ένα συναίσθημα, του οποίου η εξελικτική ύπαρξη είναι ανεξάρτητη από τους δικούς μας χειρισμούς, όπως ο θυμός ή ο φόβος για παράδειγμα, τότε η καψούρα θα υπήρχε από πάντα. Τονίζω αυτήν την σχεδόν αποκρουστική φράση για να μεγεθύνω το σημείο που θέλω να υποστηρίξω. Αν η καψούρα είναι ένα φυσικό συναίσθημα, όπως ο έρωτας, κάπου, κάποιος, κάποτε θα μιλούσε για αυτήν. Μα, όχι. Ο Φαίδρος, ο Παυσανίας, ο Ερυξίμαχος, ο Αριστοφάνης, ο Αγάθων και ο Σωκράτης δε μιλάνε για καψούρα. Μιλάνε για έρωτα. Ο Σοφοκλής δεν ονομάζει την καψούρα "ανίκητη στη μάχη", αλλά τον έρωτα. Και γενικά τα παραδείγματα είναι πολλά. Ποιά είναι τα δικά μου σημεία τώρα;
   Πρώτον ότι η καψούρα λανθασμένα μνημονεύεται ως κάτι πιο παθιασμένο ή δυνατό από τον έρωτα. Μέγα σφάλμα που αποδεικνύεται από όλες τις περιγραφές περί της δυναμικής και της έντασης του έρωτα ανά του αιώνες. Δεύτερον, και σημαντικότερο, ότι η καψούρα πέρα από ένα συναίσθημα είναι μία σύγχρονη κοινωνική κατασκευή. Η καψούρα είναι κατασκεύασμα ελληνικό νεοελληνικό. Στα μάτια μου είναι το προϊόν μιας ανάμειξης πολλών διαφορετικών στοιχείων και επιρροών σε ένα λαό (εμάς) που έψαχνε να βρει ταυτότητα (του είπαν ότι η προηγούμενη δεν έκανε πια) κάπου στις αρχές τις δεκαετίας του '80. Ναι, τότε που ο Αντρέας άλλαξε την Ελλάδα (αλλά αυτό είναι διαφορετικό και ευρύτερο θέμα). Ανατολικές ρίζες, βαλκανικό αίμα, αρχαιοελληνικό πνεύμα αθάνατο, επιταγές δυτικοποίησης. Πόσο καλή προσαρμογή μπορεί να έχει κανείς στο συνδυασμό όλων αυτών; Αυτή η προσαρμογή έχει περιγραφεί, άλλωστε, πολλάκις από φωτεινούς νόες που την είχαν διαγνώσει από τότε. Φυσικά, ο τρόπος που "νιώθουμε" για τον άλλον και ο τρόπος που "εκφράζουμε" αυτό που νιώθουμε δεν ήταν το μόνο που επηρεάστηκε από αυτή τη ανάμειξη. Απλώς με αυτό ασχολούμαστε τώρα. Ίσως, βέβαια, αυτό να φάνηκε τόσο έντονα μιας και το συναίσθημα εκφράζεται μέσα από στίχους, μουσικές, εικόνες, ταινίες, εκδηλώσεις...μέσα από τη ζωή ολόκληρη.
   Η καψούρα, λοιπόν, είναι ένας κοινωνικο-συναισθηματικο-πολιτισμικός νεοελληνικός αχταρμάς. Στα μάτια μου τουλάχιστον. Ο Έλληνας δεν εξέφραζε το συναίσθημά του με Τζόνι κόκκινο, Πάολα, ξεφτίλα, πατώματα, πονεμένα status (ή ακόμη και tweets). Δεν ξεσπούσε το συναίσθημά του. Το βίωνε. Δεν υπάρχει τίποτα καψούρικο στο στίχο "..να βρουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια..". Αυτή είναι και η διαφορά του έρωτα από το κακέκτυπο του, την καψούρα. Ο έρωτας είναι δημιουργία, προκύπτει από την ανάγκη για ανάπτυξη. Η καψούρα είναι αποδόμηση, προέρχεται από την ανεξέλεγκτη έλλειψη. 
   Κι επειδή μου αρέσει να μιλάω με ντοκουμέντα (κατά την ορολογία του τεράστιου Τζίμη Πανούση), ιδού τι εστί καψούρα σε όλο της το μεγαλείο: Ένας τύπος, που τα επίθετα του κόσμου δε φτάνουν να τον περιγράψουν, τραγουδά για την ανάκτηση της χαμένης του αγάπης, που είναι μονάχα ένα φιλί μακριά (τί αξία έχει μια αγάπη που αποκτάς μονάχα με ένα φιλί, άραγε;;;), σε ρυθμούς new age λαϊκο-ποπ-τζαζ-σόουλ. Περπατά με οργανοπαίχτες κάθε είδους (έγχορδα, νταούλια, τρομπέτες, ένα κοντραμπάσο!) σε μία αγγελοπουλική διάταξη πλησιάζοντας την αγαπημένη του, κι ενώ τον συνοδεύουν χορευτές που εναλλάσσουν το νεο-τσιφτετέλι με το break dance. Κι όλα αυτά σε ένα τοπίο Skyra Lima Ltd. Δε γίνεται θα πει κανείς διαβάζοντάς το. Κι όμως, γίνεται..

Απολαύστε την καψούρα στο μεγαλείο της.

Y.γ.: Ναι κ. Βαγιάννη. Η καψούρα τείνει να γίνει το εθνικό μας σπορ. Δυστυχώς. Όχι, όμως. Δεν καψουρεύονται όλοι. 


Ίτυλος
   

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Κι αν δεν το πάρει;

"Ο φόβος, λένε, είναι το χειρότερο που μπορεί να σε χτυπήσει. Ο φόβος για τον άλλον, τον δίπλα, τον απέναντι. Και καμιά φορά, ο φόβος αυτός χτυπάει χωριά, πόλεις ή και κοινωνίες ολόκληρες. Και τότε;"

   Ο Δεκέμβρης του '08 έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω ένα συναίσθημα να εξαπλώνεται σαν παλιρροϊκό κύμα στους κόλπους μιας κοινωνίας και να την καταλαμβάνει σχεδόν εξ' ολοκλήρου. Επί ένα μήνα ο φόβος ανάβλυζε από τις οθόνες των τηλεοράσεων, από τις γραμμές των εφημερίδων, από τις φωνές των πολιτικών του "δημοκρατικού τόξου" και φώλιαζε στις ψυχές των "ήσυχων" πολιτών. Έβλεπα ανθρώπους να κυκλοφορούν στο δρόμο και να σαρώνουν το διάβα τους με μισάνοιχτα μάτια, να σε ζυγίζουν με παγωμένο βλέμμα, να σφίγγουν την τσάντα τους πάνω τους, να αλλάζουν πεζοδρόμιο στη θέα του σκούφου ή της κουκούλας σου. Τότε ήταν πρώτη φορά που αντιλήφθηκα τη δύναμη του φόβου. Την παράλυση που μπορεί να προκαλέσει στον ατομικό και το συλλογικό νου.
   

   Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό κάτω από τη γέφυρα. Μα ο φόβος είναι αναμφίβολα εδώ. Άλλωστε πάντα ήταν. Κι εγώ τον αναζητώ ακόμη στα μάτια των ανθρώπων. Στις κινήσεις τους, στα λόγια τους ίσως. Τον αναζητώ γιατί τον νιώθω τον μεγαλύτερο εχθρό. Δυσκολεύομαι να ορίσω κάτι τέτοιο, μα αν έπρεπε, θα έλεγα ότι είναι εχθρός γιατί απομονώνει το υποκείμενο του από τις δυνατότητές του για προσοχή, αντίληψη, σκέψη, συνείδηση, λόγο, δράση. Όλα εκείνα, δηλαδή, που κάνουν ένα άτομο πρόσωπο, έναν ψηφοφόρο πολίτη. Ο φόβος μας δεσμεύει στα στενά όρια του εαυτού μας. Δεν ανοιγόμαστε, δεν μοιραζόμαστε ούτε αλληλεπιδρούμε. Αντιθέτως, εγκλωβιζόμαστε μέσα σε μια ψευδαίσθηση απειλής από εξωτερικούς εχθρούς που άλλοι κατασκεύασαν για μας ή ακόμη κι εμείς οι ίδιοι για τους εαυτούς μας. Ακόμη περισσότερο, εγκλωβιζόμαστε μέσα σε μια ανάγκη προστασίας από τους "εχθρούς". Έτσι προκύπτουν η στροφή στον εαυτό, η έλλειψη εμπιστοσύνης σε κάθε άλλον και -μοιραία- η υπακοή σε αυτόν που σου παρέχει μια επίπλαστη αίσθηση ασφάλειας.
   Οι εχθροί, φυσικά, δεν υπάρχουν στην πράξη. Για τον ρόλο τους επιστρατεύονται κατά καιρούς διάφορες ταμπέλες, ανάλογα με τη ροή της επικαιρότητας. Οι κουκούλοφόροι, οι μετανάστες, οι δανειστές, οι τροϊκανοί και πολλοί άλλοι. Ακόμη και απρόσωπες έννοιες, όπως οι "αγορές" ή αντικείμενα, όπως τα "άδεια ράφια". Κι εμείς βουλιάζουμε όλο και περισσότερο στη δύνη του φόβου. Κι ίσως η παράδοσή μας στο συναίσθημα αυτό να προχωρά τόσο βαθιά που τελικά να μη μπορούμε πια να αντιληφθούμε ή να νιώσουμε αισθήματα όπως η ανιδιοτέλεια, η εμπιστοσύνη, η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ενδεχομένως, μάλιστα, αυτή η αδυναμία μας να αγγίζει ακόμη και τις πιο απλές, καθημερινές επαφές μας με τους άλλους γύρω μας. Ακόμη κι αν αυτοί δε φέρουν κάποια από τις παραπάνω ταμπέλες. Το ότι είναι "άλλοι" αρκεί για να είναι δυνητικά αντικείμενα φόβου. Τότε έχουμε ξεκάθαρα ηττηθεί.
   Δυο παραδείγματα τέτοιας ήττας μπροστά στο φόβο για "
τον άλλον, τον δίπλα, τον απέναντι" με παρακίνησαν να γράψω αυτές τις γραμμές. 
   Η απόσταση από την Αριστοτέλους ως το Λευκό Πύργο δεν είναι μεγάλη, περπατιέται γρήγορα κι ευχάριστα. Μα όταν είσαι σε βιασύνη και το αστικό συγχρονίζεται με το πέρασμά σου από τη στάση μπαίνεις σε πειρασμό. Ήταν Κυριακή πρωί και θα βρισκόμουν σε λεωφορείο για 3-4 στάσεις μόνο. Ήξερα ότι δε χρειαζόταν να κόψω εισιτήριο, ότι δε θα με ελέγξει κανείς. Και η αλήθεια είναι ότι 2-3 χρόνια πριν δεν θα το έκανα. Πλέον -δε ξέρω γιατί, ίσως η συνειδητοποίηση του ορθού, ίσως ο φόβος της έκθεσης- δεν το διαπραγματεύομαι και πολύ. Έτσι έψαξα για ψιλά. Καθώς οι επιβάτες κατέβαιναν, μία κοπέλα μου πρόταξε το χέρι της και μου έδωσε το εισιτήριό της. Δεν είπε τίποτα, ούτε καν με κοίταξε. Σαν να έγινε αυτόματα η κίνησή της. "Ευχαριστώ" της είπα κι ανέβηκα. Χάρηκα, ομολογώ. Φτάνοντας στη στάση μου σκέφτηκα πως η "αλυσίδα" του εισιτηρίου πρέπει να συνεχιστεί. Καθώς κατέβαινα έκανα να το δώσω σε έναν κομψό νεαρό κύριο που περίμενε κρατώντας ήδη τα ψιλά στο χέρι, όπως εγώ πριν από λίγο. Ξαφνιάστηκε. Σταμάτησε και με κοίταξε, τον κοίταξα κι εγώ. Ήταν σαν να με ρωτούσε "γιατί μου το δίνεις;". Το χέρι μου παρέμενε απλωμένο προς το μέρος του κρατώντας το εισιτήριο. Αυτός έγειρε το σώμα του προς τα πίσω, έγνεψε αρνητικά με τα χέρια του και με ένα απότομο αλματάκι ανέβηκε στο λεωφορείο. Έμεινα με το εισιτήριο στο χέρι, απορημένος για αυτή τη -μη λεκτική- συνδιαλλαγή μας. Γύρισα προς τα πίσω και τον ξανακοίταξα. Την ίδια απορία έβλεπα και στο δικό του βλέμμα.
   Λίγες ώρες αργότερα βρισκόμουν έξω από το Ολύμπιον. Είχα αγοράσει, εδώ και μία εβδομάδα, εισιτήριο για την προβολή της πολυαναμενόμενης Nebraska του Alexander Payne. Δεν είχα παρέα κι έτσι έπιασα κουβέντα με μία ηλικιωμένη κυρία η οποία με ρώτησε τι είναι η "ευρωπαϊκή πρωτεύουσα νέων" που αναγραφόταν στο μπλουζάκι μου. Τα είπαμε αρκετή ώρα. Με συμπάθησε, τη συμπάθησα κι εγώ. Ήταν κι αυτή μόνη. Η φαντασία μου περιπλανήθηκε σε διάφορες υποθέσεις σχετικά με το γιατί μία κυρία 60+ ετών είναι Κυριακή απόγευμα μόνη στην προβολή μιας ταινίας. Καμία ενδεχομένως δεν είχε νόημα. Ενώ είχαμε κάτσει πλέον(ο ένας δίπλα στον άλλον μάλιστα) έβγαλε από την τσάντα της και μου έδωσε δύο εισιτήρια για μία βραδινή προβολή. "Εγώ δεν θα πάω και είναι κρίμα να πάνε χαμένα. Εσύ νέος είσαι, να πάρεις μια κοπελιά και να πάτε.", συνόδευσε την κίνησή της με νόημα και χαμόγελο. Την ευχαρίστησα και την άφησα με την εντύπωση ότι το θέλημα της θα πραγματοποιηθεί. Δεν είχα σκοπό να πάω βέβαια, αλλά γιατί να χαλάσω τις υποθέσεις της. Αυτή δεν είχε χαλάσει τις δικές μου. Αρχικά σκέφτηκα να τα πουλήσω. Από πέντε ευρώ κάθε εισιτήριο. Με ένα δεκάρικο έβγαζα τα "σπασμένα" της σαββατιάτικης εξόδου. Όσο η εποποιία του Payne για την ανιδιοτέλεια ενός γιου προς τον πατέρα του προχωρούσε τόσο η ενοχή μου μεγάλωνε. Δέκα ευρώ δε θα με έκαναν πιο πλούσιο. Το χάρισμα δύο εισιτηρίων, όμως, ίσως να με έκανε λίγο πιο άνθρωπο. Η ταινία τελείωσε. Χαιρέτισα την ευγενική κυρία και κατευθύνθηκα αμέσως προς το "γυάλινο κουτί" των εισιτηρίων του φεστιβάλ. Μία μεγάλη έκπληξη με περίμενε. Τα δύο-τρία πρώτα ζευγάρια που πλησίασα και τους πρότεινα να τους δώσω τα εισιτήρια με ευχαρίστησαν (άλλοι ευγενικά άλλοι όχι τόσο) και απομακρύνθηκαν. Δε φορούσα κουκούλα, δεν είχα καφέ δέρμα αλλά ούτε και ξυρισμένο κεφάλι, δε μιλούσα με γερμανική προφορά και δεν έμοιαζα "πιωμένος". Ήμουν απλώς ένας "άλλος", ένας καθημερινός τύπος που προσφερόταν να τους δώσει κάτι χωρίς να ζητά αντάλλαγμα. Κι αυτοί δεν το έπαιρναν! Προτιμούσαν να πληρώσουν παρά να εκθέσουν τους εαυτούς τους στον κίνδυνο να έχω στήσει μια δολερή παγίδα ή μια φοβερή πλεκτάνη πίσω από τη φαινομενικά καλή μου πράξη..! Εν τέλει πλησίασα μία νεαρή κοπέλα τη στιγμή που πήγαινε στο ταμείο. Της είπα το ίδιο ποίημα που έλεγα και στους προηγούμενους. Μου απάντησε ότι μόλις ετοιμαζόταν να αγοράσει εισιτήριο για αυτήν την ταινία. Της τα έδωσα χαμογελώντας. Εκείνη επέμενε να με πληρώσει, ενώ επίσης αρνιόταν να πάρει τα δεύτερο αφού ήταν μόνη. Δεν δεχόμουν τα χρήματα και αυτό έμοιαζε να την ενοχλεί. "Αντί για πληρωμή δώσε μου την υπόσχεση ότι μέσα στην επόμενη ώρα θα βρεις κάποιον να πάτε παρέα", της είπα και έβαλα, σχεδόν με τη βία το δεύτερο εισιτήριο στο χέρι της. Την ένιωθα αμήχανη πίσω από την πλάτη μου καθώς απομακρυνόμουν.
   Γιατί έχουμε γίνει έτσι; Κι αν αυτό απαντιέται, έστω και ως ένα βαθμό, το δύσκολο ερώτημα είναι: Μπορούμε να αλλάξουμε; Υπάρχει επιστροφή στην εποχή που ο Έλληνας έδινε κι έπαιρνε από τον διπλανό του χωρίς φόβο, χωρίς καν δεύτερες σκέψεις;
   Μία εικόνα που μου έχει μείνει έντονα χαραγμένη από τα ταξίδια μου είναι ένα βράδυ στο Μπέλφαστ, όπου μια φίλη μου κι εγώ μαγειρέψαμε για όλους τους ενοίκους ενός μικρού, παρεϊστικου, σχεδόν αυτο- διαχειριζόμενου χόστελ. Βρετανοί και μερικοί ξένοι έφαγαν πέννες με πέστο και μανιτάρια που είχαμε φτιάξει αγοράζοντας υλικά με 3-4 λίρες. Θυμάμαι να μοιράζω τα γεμάτα πιάτα και να βλέπω βλέμματα δυσπιστίας. Τότε δεν κατάλαβα αμέσως γιατί. Όταν (τυχαία στην αρχή) αναφέρθηκε ότι αυτό το γεύμα είναι ένα δώρο από μας για την καλή ατμόσφαιρα που βρήκαμε στο χώρο, τα βλέμματα ανακουφίστηκαν μα παρέμειναν σκεπτικιστικά. Ρωτήθηκα δύο και τρεις φορές "πώς;", "γιατί;" και "αν σίγουρα;" κάνω αυτήν την κίνηση χωρίς να περιμένω ανταλλάγματα. Και θα περίμενε κανείς πιο ανοιχτό μυαλό από ανθρώπους που έμεναν και δούλευαν σε έναν τέτοιο χώρο. Μου φάνηκαν αστείοι τότε. Κόμπαζα μπροστά τους στα ελληνικά για τη δική μας μεσογειακή νοοτροπία που χαρίζει και δέχεται αυθόρμητα κι άφοβα. Την περασμένη Κυριακή έχασα κάθε αμφιβολία ότι κι εμείς βαδίζουμε στον ίδιο δρόμο αποξένωσης με τον "άλλον" που πρώτοι εκείνοι οι λαοί χάραξαν. Γέλασα με την αλλοτινή μου αφέλεια καθώς ανέβαινα την Αριστοτέλους.

   Από την άλλη, βέβαια, νομίζω πως η φύση μου, που παραμένει μεσογειακή, δε μου δίνει άλλη επιλογή από το να είμαι θετικός. Και, ίσως, τα γεγονότα να αφήνουν ένα παράθυρο για τέτοια στάση. Άλλωστε, για κάθε έναν κύριο που δεν παίρνει το εισιτήριό σου όταν ανεβαίνει στο λεωφορείο, θα υπάρχει μία κοπέλα που θα σου το δίνει όταν ανεβαίνεις εσύ. Όπως και για κάθε ζευγάρι που φοβάται να δεχθεί το δώρο ενός αγνώστου, θα υπάρχει μια άγνωστη συμπαθητική κυρία που θα σου χαρίζει δυο εισιτήρια απλώς και μόνο επειδή ήσουν ευγενικός και μοιράστηκες δυο κουβέντες μαζί της. Ίσως οι δεύτεροι να πείσουν κάποτε τους πρώτους πως ο φόβος, κι όχι ο "άλλος", είναι ο εχθρός. Κι αν δε το πάρει, λοιπόν, εσύ συνέχισε να το δίνεις. Εξάλλου, κι ο μεγάλος Γ. Ρίτσος συμφωνεί:

"Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,

στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω."


Ίτυλος

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Για τη Χρυσή Αυγή

   "Είμαι σε πολύ περίεργη κατάσταση αυτές τις μέρες. Νιώθω ότι όσο δε βρίσκω τρόπο ουσιαστικής αντίδρασης είμαι μέρος του προβλήματος. Νιώθω ότι πρέπει να κάνω κάτι, ότι όλοι πρέπει να κάνουμε κάτι, αλλά δεν ξέρω τι. Αν μου ζητούσαν με μία λέξη να περιγράψω τι αισθάνομαι απέναντι στο φαινόμενο της Χ.Α. θα έλεγα "αμήχανος". Νιώθω ότι η βία δε βοηθάει. Παίζεις στη λογική τους, στην "έδρα τους". Πειθώ, ψήφος..τί? Το μόνο που ξέρω με βεβαιότητα είναι ότι το να σκέφτομαι και να κατανοώ δε φτάνει πια."

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ο κεραιάς


Ψηλός, όμορφος και άχαρος, 
χάνεται μέσα στο μαύρο του δερμάτινο 
και τα κακόγουστα παλιά αθλητικά του. 

Δε χωράει στον κόσμο της δικής σας ευτυχίας, όχι αυτός. 

Οι ακτίνες του ήλιου δε φτάνουν για να μας ζεστάνουν όλους, 
επομένως ο κεραιάς θα μένει στα σκοτεινά του εργαστήρια 
τις μέρες που έχει άπλετο φως και με τα στόρια κατεβασμένα, 
για να μην κοιτάει έξω και αποσπάται από τον έρωτα, 
θα ζεσταίνει την καρδιά του απ τα κύματα 
που θα εκπέμπουν οι κεραίες που σχεδιάζει, 
και όχι απ την πηγή που σχεδίασε ο Θεός, τον ήλιο. 

Γιατί οι θέσεις στα όμορφα ρομαντικά καφέ δε φτάνουν για όλους,
κάποιοι πρέπει να μένουν μέσα και να σχεδιάζουν τις κεραίες
για αυτό που εσείς κυνικά, σχεδόν χυδαία, αποκαλείτε κινητό. 
Και το σπάτε, για να πάρετε ένα καινούριο, καλύτερο. 

Πάνω εκεί ο κεραιάς έχει αφήσει όλη του την ευτυχία,
πάνω στα κομμάτια του κινητού που μόλις έσπασες. 

Αυτό ήταν η καρδιά του κεραιά, η κοπέλα του, οι φίλοι του, τα όνειρά του.
Και συ το έσπασες απλά, για να πάρεις ένα καλύτερο, 
που έφτιαξε ένας άλλος κεραιάς,
σε ένα άλλο εργαστήριο, κάπου αλλού στον κόσμο,
αλλά μέσα στο ίδιο δωμάτιο. 

Μέχρι να το σπάσεις και αυτό.



Παύλος Χ.