Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Αφού το λέει και το τραγούδι

Καλησπέρα.
   Έχει περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που αράδιαζα γραμμές σε αυτό το "τετράδιο". Από τότε είχα στο μυαλό μου το άρθρο που θα ακολουθήσει. Αλλά, ίσως, αυτή η καθυστέρηση μόνο τυχαία να μην ήταν. Βλέπετε η προσωπική μου πορεία από τότε που οι παρακάτω γραμμές ήταν στα σκαριά δε θα μπορούσε να ταιριάζει περισσότερο στο θέμα που αυτές θα ξεδιπλώσουν.
   Σήμερα, λοιπόν, θέλω να μοιραστώ μαζί σας την πορεία προς την αντίληψη και τη νοηματοδότηση μιας προσωπικής αλήθειας. Βαρύ ακούγεται, αλλά δεν είναι. Είναι ο δρόμος μέσα από τον οποίο πέντε απλές λέξεις, μία φράση, έφτασε να έχει μια προσωπική αξία. Αρκετή ώστε να γεμίσουν οι επόμενες γραμμές. Ο δρόμος είχε αρκετές στάσεις, αρκετά έμψυχα ή άψυχα ερεθίσματα που με οδήγησαν προς το τέρμα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
   Ξέρετε, οι άνθρωποι έχουμε στήσει μία μεγάλη παρεξήγηση. Προφανώς γιατί μας βολεύει. Έχουμε ταυτίσει την αίσθηση με την αντίληψη. Το γεγονός ότι κοιτάμε, ακούμε, αγγίζουμε ή γευόμαστε κάτι, σημαίνει για μας ότι το κατανοούμε, το κάνουμε κομμάτι της συνείδησής μας αποδίδοντάς του ένα προσωπικό νόημα. Δεν είναι καθόλου έτσι. Αίσθηση και αντίληψη απέχουν πολύ μεταξύ τους. Κι αν αυτή η απόσταση καλύπτεται εύκολα για το παστίτσιο της γιαγιάς το οποίο μόλις το γεύεσαι το νοηματοδοτείς ως την επίγεια έκφραση της αμβροσίας ή για την κομμένη εξάτμιση ενός αυτοκινή-tt-ου την οποία αντιλαμβάνεσαι ως την επιτομή της ηχορύπανσης και της ελληνικής κα(ν)γκουριάς, σίγουρα δεν καλύπτεται με την ίδια ευκολία όταν διαβάζεις τη λέξη ελευθερία ή όταν ακούς ένα μουσικό κομμάτι. Μία τέτοια αρκετά μεγάλη απόσταση είχα να καλύψω κι εγώ όταν για πρώτη φορά άκουσα αυτές τις πέντε λέξεις: Ο χαμένος τα παίρνει όλα. Πέρα από πέντε λέξεις η φράση αυτή είναι ένα τραγούδι, μία ταινία και μία αντίδραση απέναντι στην αιώνια πρόταξη και αποθέωση της νίκης ή του νικητή έναντι της ήττας ή του ηττημένου.
   Για καιρό ήμουν βολεμένος μέσα στην παρεξήγηση. Άκουγα τη φράση και πίστευα ότι την κατανούσα. Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορες, η ψευδαίσθηση της κατανόησης είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας μας να νοηματοδοτήσουμε αυτομάτως ένα ερέθισμα και της ακόλουθης παραίτησής μας από μία πνευματικά κοπιαστική διαδικασία ερμηνείας. Έτσι πλανιόμαστε ότι κατανοούμε, αρκούμενοι σε εκλογικεύσεις τύπου "Ο καθένας το ερμηνεύει όπως θέλει" ή "Είναι στην κρίση του καθενός". Μα φυσικά είναι στην κρίση του καθενός! Αλλά αυτός ο καθένας κρίνει το ερέθισμα και το ερμηνεύει, δεν το παρατηρεί και το πραγματεύεται αποστασιοποιημένα. Κάπως έτσι ήταν και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διάβαζα, άκουγα και έλεγα τις πέντε αυτές λέξεις, χωρίς όμως να τις κατανοώ στην (προσωπική) ουσία τους και να τις νιώθω. 
   Το πρώτο βήμα έγινε κάπου μέσα στα πανεπιστήμια. Ίσως λίγο πριν από ένα ερασιτεχνικό μάθημα φωτογραφίας, ίσως λίγο μετά, δυο ηχεία επαναλάμβαναν τις πέντε αυτές λέξεις. Μία κοπέλα είπε:
"Αυτό το τραγούδι ήταν το αγαπημένο μου, μέχρι που κατάλαβα τι εννοεί. Τότε άρχισε να με τρομάζει."
   Έγνεψα καταφατικά, προβληματισμένος για την αντίληψη του τραγουδιού από την κοπέλα, και κυρίως για τη νοηματοδότηση της συγκεκριμένης φράσης στην οποία συμπυκνώνεται όλη του η ουσία. Ίσως ακόμη και ενοχλημένος που εγώ δεν είχα δομήσει μία κατανόηση γι'αυτό. Γύρισα σπίτι και προσπάθησα να ακούσω το τραγούδι σα να ήταν πρώτη φορά. Δεν ήταν εύκολο να βγάλω νόημα. Το πήρα πεισματικά. Κάπου στην τέταρτη με πέμπτη φορά άκουσα για πρώτη φορά στην πραγματικότητα δύο στίχους: Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά, όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα. Αυτό ήταν. Ο χαμένος βρήκε για μένα το νόημά του. 
   Αυτό που εμείς ονομάζουμε νίκη ή ήττα, νικητή ή χαμένο, δε είναι ποτέ δεδομένο μέχρι να ετυμηγορήσει η καρμανιόλα. Κι αν δεν είναι μία πραγματική λαιμητόμος που δείχνει πιο νίκησε και ποιός έχασε, τότε είναι σίγουρα κάτι παραπλήσιο. Και μέχρι τότε? Μέχρι τότε το παιχνίδι ακόμη παίζεται. Ακόμη κι αν βρεθείς στραπατσαρισμένος σε μία γωνία έχεις την ευκαιρία σου να σηκωθείς και να συνεχίσεις. Μόνο κάτι τόσο τελεσίδικο όσο μια καρμανιόλα μπορεί να βγάλει νικητή. Έως τότε ο αγώνας έχει μικρές μάχες, γύρους, περιόδους, ημίχρονα ή όπως αλλιώς θέλει να τα ονομάσει κανείς. Σε αυτά υπάρχει νικητής. Το κέρδος του είναι το συναίσθημα της νίκης ή, ίσως, και κάποια κεκτημένα, τα οποία όμως θα διεκδικήσει εκ νέου στο νέο γύρο του παιχνιδιού. Επιπλέον, ακόμη κι αν κερδίσει όλες τις μάχες, δεν κέρδισε τίποτα αν δεν είναι αυτός που θα χαμογελάει στο τέλος. Στις ίδιες μικρές μάχες υπάρχει και χαμένος. Μα για μισό. Αυτός δεν υποτίθεται ότι τα παίρνει όλα? Ναι. Βέβαια, στην πράξη δεν παίρνει τίποτα. Το μόνο που παίρνει είναι η αυτοσυνείδηση της ήττας του. Μια ήττα που μολονότι δεν είναι τελεσίδικη αυτός τη βιώνει ως καθολική. Μόλις, όμως, διαπιστώσει ότι το παιχνίδι τρέχει ακόμη και ότι έχει την ευκαιρία να ξαναμπεί σε αυτό η ήττα μένει στο παρελθόν. Και τότε εκείνος προχωρά με αυτό που του άφησε η ήττα. Αυτό που πριν ονόμασα αυτοσυνείδηση της ήττας δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη συνειδητοποίηση στην οποία φτάνει ένας άνθρωπος ο οποίος βίωσε μία ήττα (ως καθολική μάλιστα), αλλά τώρα βρίσκεται ξανά στο παιχνίδι. Τη συνειδητοποίηση ότι οι νίκες και οι ήττες είναι απλώς μέρη του παιχνιδιού που πάντα θα συνεχίζεται, μέχρι να γνωμοδοτήσει η καρμανιόλα ή κάποιο φιλαράκι της. Κι η συνειδητοποίηση αυτή δεν είναι μικρό πράγμα. Ο άνθρωπος που έχει χάσει και παίζει ακόμη διαχείριζεται με διαφορετικό τρόπο, πολύ πιο ολοκληρωμένα θα έλεγα εγώ, τον κάθε γύρο του παιχνιδιού. Ξέρει ότι υπάρχει ήττα, ότι κι αυτή όπως και η νίκη είναι στο πρόγραμμα. Και ξέρει ότι μετά την ήττα υπάρχει και συνέχεια. Ο μονίμως νικητής μπάινει στο παιχνίδι με έναν φόβο από τον οποίο ο κάποτε χαμένος έχει ήδη απαλλαγεί. Τον φόβο του "τί θα γίνει αν χάσω?".
   Σύντομα διαπίστωσα ότι το τραγούδι που με οδήγησε σε όλο αυτό το μονοπάτι σκέψεων ήταν το soundtrack μιας ομώνυμης ταινίας. Έπρεπε να τη δω. Η ιστορία ενός χαμένου. Ενός ανθρώπου που τριγυρνούσε από 'δω κι από 'κει, χάνοντας τις επιμέρους μάχες της ζωής του τη μία μετά την άλλη. Κι όμως, όταν αντίκρισε τη δική του καρμανιόλα χαμογελούσε. Τί κι αν στους τόσους και τόσους γύρους της ζωής ήταν χαμένος. Το τέλος τον βρήκε χαμογελαστό. Χαμογελαστός γιατί μπόρεσε να νιώσει δίπλα του δυο-τρεις ανθρώπους, μπόρεσε να βοηθήσει κάποιους, κράτησε στη μνήμη του με χαμόγελο αυτούς που έχασε, μπόρεσε να βρει έστω και την ύστατη στιγμή, έστω και για τους λάθος λόγους, ένα κίνητρο στη ζωή του, και κυρίως γιατί δέχτηκε το τέλος με θάρρος και αυτοθυσία, σχεδόν σα μια προσωπική κάθαρση. Στους τίτλους του τέλους η αξία αυτών των πέντε λέξεων είχε ήδη παγιωθεί. Τουλάχιστον η προσωπική αξία τους. 
   Και κάπως έτσι προχώρησα, μην έχοντας στο μυαλό τα λόγια κάποιου σοφού. Εκείνα που λένε ότι τίποτα δε μπορεί να αποκτήσει τη μέγιστη προσωπική αξία για ένα πρόσωπο, αν δεν αποτελέσει για εκείνο προσωπικό βίωμα.
   Δεν έχω παράπονο από τη ζωή μου. Δε θα μπορούσε (τουλάχιστον όχι παλαιότερα) να γίνει και ταινία, αλλά γενικά ήταν ευχάριστη και γεμάτη. Μιλώντας για το θέμα μας, είχα την τύχη ή την ικανότητα να κερδίζω αυτές τις μικρές μάχες, αυτούς τους γύρους που σε γεμίζουν ένα ευχάριστο, αλλά εφήμερο, αίσθημα του νικητή. Ώσπου έχασα. Και η ήττα ήταν σε μία μεγάλη μάχη. Και ήταν απρόσμενη. Και πόνεσε πολύ. Και για καιρό ήμουν χαμένος στο αίσθημα του ηττημένου, που αν και εφήμερο, όπως του νικητή. είναι καθολικό και σε δεσμεύει στην ήττα σου. Τότε η θεωρητική αξία των πέντα αυτών λέξεων, το αρχικό σκηνικό κάπου στα πανεπιστήμια, τα λόγια του τραγουδιού, η ιστορία του χαμένου, και το βίωμα του "εκεί και του τότε" μπήκαν όλα σε μία σειρά. Και η νοηματοδότηση του χαμένου έφτασε στο τέλος της. Ο χαμένος πράγματι τα παίρνει όλα. Γιατί αν δεν είναι "όλα" η δύναμη και η θέλησή του να μπει ξανά στο παιχνίδι και να γίνει ξανά νικητής, τότε τί μπορεί να είναι?
   Δεν έχει σημασία πώς νιώθω αυτή τη στιγμή, νικητής ή χαμένος. Δεν έχει σημασία ούτε καν αν ξαναμπήκα στο συγκεκριμένο παιχνίδι, κι αν παρέμεινα χαμένος ή αν έγινα πάλι νικητής. Αξία, τουλάχιστον προσωπική (για τους ξεχασιάριδες) έχει η συνειδηση της ήττας. Της ήττας που είναι μόνο μία ήττα, της ήττας που δεν σου αφαιρεί το δικαίωμα να σηκωθείς και να παλέψεις να την κάνεις νίκη στον επόμενο γύρο, της ήττας που σου δίνει δύναμη για αυτόν ακριβώς το σκοπό, της ήττας που δεν θα είναι τίποτα αν μπροστά από την καρμανιόλα σου σταθείς χαμογελαστός..




Ίτυλος


Υ.γ.: I've missed more than 9000 shots in my career. I've lost almost 300 games. 26 times, I've been trusted to take the game winning shot and missed. I've failed over and over and over again in my life. And that is why I succeed.


Υ.γ. 2: Ελάτε τώρα, ξέρετε (ή φαντάζεστε) όλοι ποιός το έχει πει...

                  
   

1 σχόλιο:

  1. μπράβο Δήμο. επιτέλους το κατάλαβες!
    χαίρομαι πολύ γι' αυτό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή