Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Κι όμως, γίνεται

"..ναι το έκανες γιατί τότε ήσουν καψούρ..ήσουν ερωτευμένος..", ακούστηκε η φωνή από την οθόνη. Είχε προλάβει να διορθώσει το λάθος της, αλλά δε γλίτωσε το
ημι-δολοφονικό βλέμμα.
"Ξέρω τι πήγες να πεις!"
"Μα δε το είπα..!"
"Το σκέφτηκες!"
"...έλα τώρα.."
"Δε λέω τίποτα. Το αφήνω. Θα λάβεις κατάλληλη απάντηση σύντομα."


   


   
   Δεν έχει πολλές μέρες που "γιορτάσαμε" τον Άγιο Βαλεντίνο, τον άγιο των ερωτευμένων ψυχών, των απλανών βλεμμάτων, της Lacta και των μικρών λούτρινων που κρατούν ένα τριαντάφυλλο ανάμεσα στα χερο-ποδαράκια τους. Όχι, όχι δεν ειρωνεύομαι, αλήθεια. Τον σέβομαι τον άγιο, το ίδιο και αυτούς που τον τιμούν. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι δεν τον γιόρτασα ποτέ. Ίσως γιατί δε με άγγιξε, ίσως γιατί δε το είχα ανάγκη, ίσως γιατί δε μπορούσα στην πράξη (ως γνωστόν, τα σταφύλια είναι ξινά για όποιον δε τα φτάνει). Ωστόσο, άλλο τόσο ποτέ δεν αμύνθηκα πίσω από επιχειρήματα του τύπου "οι ερωτευμένοι γιορτάζουν κάθε μέρα, όχι μια φορά το χρόνο", ποτέ δε παραβρέθηκα σε "shoot the valentine" πάρτι, ποτέ δεν έκρινα μια τούρτα καρδιάς, ποτέ...μπήκατε στο νόημα. Το εισαγωγικά στη λέξη -γιορτάσαμε- δεν έχουν, λοιπόν, ούτε ειρωνικό ούτε εμπαικτικό νόημα. Σχολιάζουν, μα δεν χλευάζουν. Tο σχόλιο είναι απλό και κατά βάση απόρροια μιας αυτοαναφορικής ερώτησης: κατά πόσο εμείς οι Έλληνες γιορτάζουμε τον έρωτα κάθε 14 του Φλεβάρη; Σκεφτείτε το. Όσο για μένα, που ήδη το έχω επεξεργαστεί, η απάντηση είναι απλή: όχι, δεν τον γιορτάζουμε. Γιατί, όμως; Τώρα τα πράγματα αρχίζουν να ζορίζουν. Για την οπτική που υιοθετώ, όμως, παραμένουν απλά. Δεν τον γιορτάζουμε γιατί δεν τον ζούμε.
   Οκ, αντιλαμβάνομαι και κατανοώ τις διαφωνίες σας. Κυρίως αυτών που διαφωνούν γνωστικά, ισχυριζόμενοι ότι δεν είναι δυνατόν να απέχει μια κοινωνία ανθρώπων από το πανάρχαιο και, έως ένα βαθμό, βιολογικό (άρα αναπόφευκτο) φαινόμενο του έρωτα. Όσο για αυτούς που διαφωνούν συναισθηματικά ("Μα εγώ είμαι ερωτευμένος με το μωρό μου!!!11!!1!"), συγγνώμη, αλλά δε μπορώ (ούτε θέλω) να κάνω κάτι. Πίσω στους γνωστικά διαφωνούντες: δεν ισχυρίζομαι ότι μία ολόκληρη κοινωνία απέχει από τον έρωτα. Θα ήταν αδύνατο άλλωστε. Αυτό που λέω είναι ότι μία κυρίαρχη ομάδα ατόμων μέσα σε αυτήν την κοινωνία έχει εδώ και χρόνια θέσει τις βάσεις για τη μετάλλαξη του έρωτα. Και είναι τέτοια η επιρροή της λόγω των ιδιοτήτων των μελών αυτής της ομάδας -διαμορφωτές καλλιτεχνικής κουλτούρας, εμφανιζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης, άνθρωποι από το χώρο του δημοφιλούς θεάματος- που η μεταλλαγμένη μορφή του έρωτα έχει γίνει, στα δικά μου μάτια, το κυρίαρχα διακινούμενο συναίσθημα, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από το αυθεντικό. Ναι, ο μέσος Έλληνας (αν τελικά υπάρχει κάτι τέτοιο, πράγμα που είναι άλλη κουβέντα) βιώνει σήμερα το πανάρχαιο συναίσθημα του έρωτα σε μία παραλλαγμένη του μορφή: την καψούρα.

   Νιώθω το ενδιαφέρον σας να αναζωογονείται και συνεχίζω. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα πως να αρχίσω μία "πραγματεία" περί καψούρας. Οπότε, και ακολουθώντας το επιστημονικό παράδειγμα, στράφηκα στην αναζήτηση βιβλιογραφίας. Μία σύντομη έρευνα έφερε στο φως διαμάντια. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, τις πιο αληθείς -κατ' εμέ- θέσεις περί καψούρας τις διάβασα στις πιο αναπάντεχες πηγές. Η καψούρα "περιέχει παραπανίσιο ιδρώτα, παραπανίσια νικοτίνη, βλάβη στο συκώτι από το ποτό και σαχλά τραγούδια" κατά τη Φρικηπαίδεια. Μία ρεαλιστική και συνάμα ποιητική περιγραφή της πραγματικότητας. Κορωνίδα αυτής ένα γκρουπάκι "καψούριδων" στο facebook. O έρωτας είναι ομορφιά αλλά η καψούρα αρρώστια. Εύγε στο δημιουργό, δε θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο. Προχωρώντας, η αντιμετώπιση της καψούρας ως "έναν παθιασμένο έρωτα χωρίς ανταπόκριση" δε με βρίσκει διαφωνούντα, όπως και, μεταφορικά, δε διαφωνώ με την ταύτισή της με "κάψιμο εγκεφαλικών κυττάρων". Θα μπορούσε να την πει κανείς και "καπρίτσιο", αλλά με χάνει όταν την αντιμετωπίζει ως αναπόσπαστο κομμάτι του έρωτα. Ο φιλόσοφος με κέρδισε με την "χαρμολύπη του απόλυτου και την ανασφάλεια του προσωρινού", μα δε με έπεισε στην πορεία.    
   Τί γίνεται, όμως, σε μία πιο σοβαρή (αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό) προσέγγιση του θέματος; Μία τέτοια προσπαθεί να κάνει ο φυσικοχημικός κ. Κιτσινέλης σε μία layperson's ανάλυση. Και πραγματικά μου καρφώνει μαχαίρι στην καρδιά. Πέρα από τη σωρεία ανακριβειών σχετικά με τη δράση των νευροδιαβιβαστών, όπως π.χ. η ισοπέδωση της ντοπαμίνης σε ουσία του εθισμού, τη χρήση ασμάτων για να εξηγηθούν οι βιοχημικές διαδικασίες (αλήθεια, αυτό είναι η "επικοινωνία της επιστήμης";) και τη μη-απάντηση στον μόνο άνθρωπο που του κάνει σοβαρό αντίλογο στα σχόλια, διαφωνούμε στο πιο ουσιώδες: και αυτός αντιμετωπίζει την καψούρα ως κομμάτι του έρωτα.
   Ήρθε η ώρα, νομίζω, να το πω ευθέως και χωρίς περιστροφές: η καψούρα δεν είναι ούτε αναπόσπαστο ούτε κατά περίσταση κομμάτι ή στάδιο του έρωτα. Είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από αυτόν. Διαφέρει από αυτόν τόσο στα συστατικά της στοιχεία όσο και στους τρόπους έκφρασης. Ερωτευμένος και καψούρης έχουν διαφορετικά "συμπτώματα", διαφορετική "κλινική εικόνα". Κι επειδή δεν έχω τρόπο να εξετάσω τους βιολογικούς ή ψυχολογικούς δείκτες των δύο καταστάσεων, θα μείνω σε αυτήν την εικόνα και βάσει αυτής θα τοποθετηθώ.
   Τι είναι η καψούρα; Είναι ένα συναίσθημα. Καλώς. Είναι, ωστόσο, μόνο ένα συναίσθημα; Εδώ εγώ λέω όχι. Αν ήταν μόνο ένα συναίσθημα, του οποίου η εξελικτική ύπαρξη είναι ανεξάρτητη από τους δικούς μας χειρισμούς, όπως ο θυμός ή ο φόβος για παράδειγμα, τότε η καψούρα θα υπήρχε από πάντα. Τονίζω αυτήν την σχεδόν αποκρουστική φράση για να μεγεθύνω το σημείο που θέλω να υποστηρίξω. Αν η καψούρα είναι ένα φυσικό συναίσθημα, όπως ο έρωτας, κάπου, κάποιος, κάποτε θα μιλούσε για αυτήν. Μα, όχι. Ο Φαίδρος, ο Παυσανίας, ο Ερυξίμαχος, ο Αριστοφάνης, ο Αγάθων και ο Σωκράτης δε μιλάνε για καψούρα. Μιλάνε για έρωτα. Ο Σοφοκλής δεν ονομάζει την καψούρα "ανίκητη στη μάχη", αλλά τον έρωτα. Και γενικά τα παραδείγματα είναι πολλά. Ποιά είναι τα δικά μου σημεία τώρα;
   Πρώτον ότι η καψούρα λανθασμένα μνημονεύεται ως κάτι πιο παθιασμένο ή δυνατό από τον έρωτα. Μέγα σφάλμα που αποδεικνύεται από όλες τις περιγραφές περί της δυναμικής και της έντασης του έρωτα ανά του αιώνες. Δεύτερον, και σημαντικότερο, ότι η καψούρα πέρα από ένα συναίσθημα είναι μία σύγχρονη κοινωνική κατασκευή. Η καψούρα είναι κατασκεύασμα ελληνικό νεοελληνικό. Στα μάτια μου είναι το προϊόν μιας ανάμειξης πολλών διαφορετικών στοιχείων και επιρροών σε ένα λαό (εμάς) που έψαχνε να βρει ταυτότητα (του είπαν ότι η προηγούμενη δεν έκανε πια) κάπου στις αρχές τις δεκαετίας του '80. Ναι, τότε που ο Αντρέας άλλαξε την Ελλάδα (αλλά αυτό είναι διαφορετικό και ευρύτερο θέμα). Ανατολικές ρίζες, βαλκανικό αίμα, αρχαιοελληνικό πνεύμα αθάνατο, επιταγές δυτικοποίησης. Πόσο καλή προσαρμογή μπορεί να έχει κανείς στο συνδυασμό όλων αυτών; Αυτή η προσαρμογή έχει περιγραφεί, άλλωστε, πολλάκις από φωτεινούς νόες που την είχαν διαγνώσει από τότε. Φυσικά, ο τρόπος που "νιώθουμε" για τον άλλον και ο τρόπος που "εκφράζουμε" αυτό που νιώθουμε δεν ήταν το μόνο που επηρεάστηκε από αυτή τη ανάμειξη. Απλώς με αυτό ασχολούμαστε τώρα. Ίσως, βέβαια, αυτό να φάνηκε τόσο έντονα μιας και το συναίσθημα εκφράζεται μέσα από στίχους, μουσικές, εικόνες, ταινίες, εκδηλώσεις...μέσα από τη ζωή ολόκληρη.
   Η καψούρα, λοιπόν, είναι ένας κοινωνικο-συναισθηματικο-πολιτισμικός νεοελληνικός αχταρμάς. Στα μάτια μου τουλάχιστον. Ο Έλληνας δεν εξέφραζε το συναίσθημά του με Τζόνι κόκκινο, Πάολα, ξεφτίλα, πατώματα, πονεμένα status (ή ακόμη και tweets). Δεν ξεσπούσε το συναίσθημά του. Το βίωνε. Δεν υπάρχει τίποτα καψούρικο στο στίχο "..να βρουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια..". Αυτή είναι και η διαφορά του έρωτα από το κακέκτυπο του, την καψούρα. Ο έρωτας είναι δημιουργία, προκύπτει από την ανάγκη για ανάπτυξη. Η καψούρα είναι αποδόμηση, προέρχεται από την ανεξέλεγκτη έλλειψη. 
   Κι επειδή μου αρέσει να μιλάω με ντοκουμέντα (κατά την ορολογία του τεράστιου Τζίμη Πανούση), ιδού τι εστί καψούρα σε όλο της το μεγαλείο: Ένας τύπος, που τα επίθετα του κόσμου δε φτάνουν να τον περιγράψουν, τραγουδά για την ανάκτηση της χαμένης του αγάπης, που είναι μονάχα ένα φιλί μακριά (τί αξία έχει μια αγάπη που αποκτάς μονάχα με ένα φιλί, άραγε;;;), σε ρυθμούς new age λαϊκο-ποπ-τζαζ-σόουλ. Περπατά με οργανοπαίχτες κάθε είδους (έγχορδα, νταούλια, τρομπέτες, ένα κοντραμπάσο!) σε μία αγγελοπουλική διάταξη πλησιάζοντας την αγαπημένη του, κι ενώ τον συνοδεύουν χορευτές που εναλλάσσουν το νεο-τσιφτετέλι με το break dance. Κι όλα αυτά σε ένα τοπίο Skyra Lima Ltd. Δε γίνεται θα πει κανείς διαβάζοντάς το. Κι όμως, γίνεται..

Απολαύστε την καψούρα στο μεγαλείο της.

Y.γ.: Ναι κ. Βαγιάννη. Η καψούρα τείνει να γίνει το εθνικό μας σπορ. Δυστυχώς. Όχι, όμως. Δεν καψουρεύονται όλοι. 


Ίτυλος
   

3 σχόλια:

  1. Καψούρα κ έρωτας διαφέρουν στον βαθμό που τα αντιλαμβανόμαστε.
    Αλκοόλ, καπνός, παντελίδης κ μειδίαμα vs λαμπερό χαμόγελο, beatles και ταχύτητες τρελές.
    Πιστεύω ότι ειναι το ίδιο νευροχημικό φαινόμενο απλώς ανάλογα με την ιδιοπροδιάθεση επενεργεί διαφορετικά..
    και τώρα στα πολιτιστικά
    Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Χριστιανόπουλος...
    Καψούρηδες ή αθεράπευτα αποτυχημένοι στον έρωτα;

    η έννοια του καψούρη υπήρχε χρόνια πριν την Νεοελλάδα του Ανδρέα.
    http://www.youtube.com/watch?v=CMukhBbsF6s

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συμφωνώ ότι πρόκειται για το ίδιο βιοχημικό φαινόμενο. Η διαφορά τους θεωρώ ότι έγκειται στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τα δύο συναισθήματα.
      Νομίζω ότι στο ζήτημα "καψούρης ή αποτυχημένος στον έρωτα" θα πρέπει να απαντήσει ο καθένας για εαυτόν. Αν και διαλέγεις περιπτώσεις ανθρώπων που ακροβατούν/-ούσαν τεκμηριωμένα μεταξύ ψυχικής υγείας και ασθένειας. Δεν ξέρω πόσο είναι τυχαίο ή μη (έστω ασυνείδητα) αυτό.

      Σαφώς, η καψούρα ως όρος και ως φαινόμενο δεν εμφανίστηκε με το "βασικά καλησπέρα σας". Εκείνα τα χρόνια, ωστόσο, έγινε το κυρίαρχο μοντέλο, πλειοψήφησε κοινωνικά. Και επιπλέον, νομίζω είναι ξεκάθαρο πως η καψούρα την οποία περιγράφει ο "ψηλός" δεν έχει σχέση με αυτήν που είναι διάχυτη σήμερα γύρω μας.

      Διαγραφή
  2. αλλάζουν οι εποχές κοινωνικοπολιτικά κ πολιτιστικά έτσι αλλάζουν κ οι (παραλειτουργικές κ μή) έξεις έκφρασης της καψούρας. Κάποτε ηρωϊνη, cognac κ μαυράκι, άλλοτε κόκκινο johnie και μητροπάνο και τώρα παντελίδης/κιάμος (playlist ΚΨΜ) και το αντίστοιχο ηδύποτο/τσιγάρο.
    Θέλω να πώ ότι κατα την γνώμη μου στην εικόνα του φαινομένου της καψούρας συντελούν αφενώς
    α) η ιδιοσυγκρασία, η προδιάθεση, ο τρόπος δλδ που αντιδρούμε σε συναισθήματα και ειδικότερα στου "έρωτα" - ικανότητα που διαμορφώνεται πολύ νωρίς στην ζωή μας σε σχέση με την/τον τρόφο.
    β) ο τρόπος έκφρασης / επαναβίωσης αυτού του συναισθήματος εξαρτάται απο το κοινωνικοπολιτιστικό πλαίσιο της κάθε εποχής. Και ναι τα "κυρίαρχα μοντέλα" αλλάζουν όπως κ οι πλειοψηφίες που τα υποστηρίζουν.


    http://www.youtube.com/watch?v=m26B0vFsjwI

    ΑπάντησηΔιαγραφή